ἐκ-τρίβω [ῑ],fut.
Pass.
A.
-τρῐβήσομαι
S. OT 428
:—rub out, i. e.produce by rubbing, πῦρ ἔκ τινος
X. Cyr. 2.2.15
; φλόγα
Poll. 9.155
(but in S. Ph. 296
ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων . . ἔφην' ἄφαντον φῶς rubbing hard): metaph., λύπην
Plu. 2.610b
:— Pass. , τὰ ψυχικὰ προτερήματα διὰ τὰ ἔπαθλα οἷον ἐκτρίβεται
Longin. 44.3
.
II. rub out, i.e.to destroy root and branch,σφέας πίτυος τρόπον ἀπείλεε ἐκτρίψειν(cf.πίτυς) Hdt. 6.37 ; ἐ. τινὰ πρόρριζον