ἀγᾰνακτ-ικός,ή,όν,
A.
= ἀγανακτητικός (q.v.), Luc. Pisc. 14 .Adv.
-κῶς
M.Ant. 11.13
.
ἀγᾰνακτ-ικός , ή , όν , = ἀγανακτητικός (q.v.), Luc. Pisc. 14 . Adv. -κῶς M.Ant. 11.13 .
ἀγᾰνακτ-ικός,ή,όν,
A.
= ἀγανακτητικός (q.v.), Luc. Pisc. 14 .Adv.
-κῶς
M.Ant. 11.13
.