ἐκφῡ́σ-ημα,ατος,τό,
A. pustule, Poll. 4.190 .
2. volcanic eruption,Sch.A.R. 3.41 ;πυρὸς ἐ. D.S. 3.53 (pl.): pl.,=πέτραι ὑπερέχουσαι τῆς γῆς, Hsch.
pustule
ἐκφῡ́σ-ημα,ατος,τό,
A. pustule, Poll. 4.190 .
2. volcanic eruption,Sch.A.R. 3.41 ;πυρὸς ἐ. D.S. 3.53 (pl.): pl.,=πέτραι ὑπερέχουσαι τῆς γῆς, Hsch.