ἀκοντ-ίζω, Att.
fut.
-ιῶ,(ἄκων)
A. hurl a javelin,τινός atone, Αἴαντος . . ἀκόντισε φαίδιμος Ἕκτωρ
Il. 14.402
, cf. 8.118 ; also Αἵας . . ἐφ' Ἕκτορι . . ἵετ' ἀκοντίσσαι
16.359
;ἀ. ἐςorκαθ' ὅμιλον, Od. 22.263 , Il. 4.490 ; ἔς τινας
Th. 7.40
; εἰς τὸ φῶς ἐκ τοῦ σκότους
X. An. 7.4.18
: c. dat., of the weapon, ἦ καὶ ἀκόντισε δουρί
Il. 5.533
;ἀ. δουρὶ φαεινῷib. 611 , al.; αἰχμαῖς
Pi. I. 1.24
: also c. acc., ἀκόντισαν ὀξέα δοῦρα
Od. 22.265