LSJἔκχρημαGlossἔκχρημα , ατος , τό , misspelling of ἔκρηγμα , Wilcken Chr. 11.10 (ii B.C.) .ἔκχρημα,ατος,τό, misspelling ofἔκρηγμα, Wilcken Chr. 11.10(ii B.C.).