LSJἐκχρώννῡμιGlossimpart a colourἐκχρώννῡμι,A. impart a colour, ἥλιος σκοτεινὸν ἄνθος ἐξέχρωσε λιγνύος εἰς σώματ' ἀνδρῶνTheodect. 17.2.ReferencesTheodect. 17.2