ἑκών,ἑκοῦσα, ἑκόν: (
A.
ϝέκ-
IG 9(1).334.12
( Locr. ), GDI 5131b (Crete), cf.γεκαθά; cf. Skt.váśmi'wish'):—readily, Od. 4.649 , etc.; freq. contrasted with ἄκων, ἑ. ἀέκοντί γε θυμῷ
Il. 4.43
; οὐ γάρ τίς με βίῃ γε ἑ. ἀέκοντα δίηται
7.197
; ἑκόνθ' ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν
A. Pr. 220
; πάρειμι δ' ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν
S. Ant. 276
; ἑκόντα μήτ' ἄκοντα
Id. Ph. 771
; βίᾳ τε κοὐχ ἑκών
Id. OC 935
;ἑ. παρ' ἑκόντος λαμβάνειν, i.e. by mutual consent, D. 21.44 ; τὴν φύσιν ἑκοῦσαν καὶ οὐ παθοῦσαν τὰ δέοντα ποιεῖν