LSJἐαιεύςGlossἐαιεύς , έως , ὁ , = ἐλαιών, Ἐφ. Ἀρχ . 1902.31 ( Chalcis ).ἐαιεύς,έως,ὁ,A.= ἐλαιών, Ἐφ. Ἀρχ . 1902.31 (Chalcis).References1902.31