LSJἐλαιο-ειδήςGlossἐλαιο-ειδής , ές , = ἐλαιώδης , Aret. SA 2.6 ; ἴχωρ Aët. 13.23 .ἐλαιο-ειδής,ές,A.= ἐλαιώδης , Aret. SA 2.6 ; ἴχωρAët. 13.23.ReferencesAret. SA 2.6Aët. 13.23