ἐλάσσ-ων, Att.
ἐλάσσ-ττων,ον, gen.ονος: Sup.
ἐλάχιστος(q.v.): —
A. smaller, less, formed fromἐλαχύς(q.v.), but serving as Comp. to μικρός, δουρηνεκὲς ἢ καὶ ἔλασσον
Il. 10.357
;τοὔλασσον ἔχεινto have theworse, be worse off, πάντῃ
Thgn. 269
; οὐδὲν ἔλασσον ἔχειν τῇ μάχῃ
Hdt. 9.102
; ἔ. ἔχειν παρά τινι
D. 21.187
; ἐλάττων γίγνεσθαι
Ar. Eq. 441
, D. 3.29 ; οὐκ ἐλάσσονα πάσχειν
A. Pers. 813
;ἐλάττω νομίσας τὴν ἀρχὴν ἢ κατὰ τὴν αὑτοῦ φύσιν εἶναι too smallfor . ., Isoc. 11.11 : abs.,too small, Thphr. Char. 23.9 ;below the average in height,