ἐλαφρ-ός,ά,όν, and in Pi. N. 5.20
ός,όν: (v.ἐλαχύς);—
A. light in weight,τόν οἱ ἐ. ἔθηκε(sc.λᾶαν) Il. 12.450 ; ξύλου ἐλαφρότερα
Hdt. 3.23
; πῦρ
Parm. 8.57
; opp.βαρύς, Pl. Ti. 63c , etc.; in Epitaphs,γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν'sit tibi terra levis',
Epigr.Gr. 195 (Vaxos), cf. Sammelb. 315 .Adv.,τά(sc.δένδρεα) οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς
Od. 5.240
.
2. light to bear, easy, καί κεν ἐλαφρότερος πόλεμος Τρώεσσι γένοιτο
Il. 22.287
; συμφ ορὰν ἐλαφροτέραν καταστῆσαι
Antipho 3.3.12
; πόνοσ-ότερος ἑαυτοῦ συνηθείῃ γίνεται
Democr. 241