ἐλεεινός,ή,όν,ἐλεινός
h.Cer. 284 , Att. ( Eup. 25 ) and Trag. (v. infr.), butἐλεεινός
Men. Sam. 156 Pap.: writtenἐλεηνόςin LXX Da. 9.23 , 10.11 : (ἔλεος):—
A. finding pity, pitied, δός μ' ἐς Ἀχιλλῆος φίλον ἐλθεῖν ἠδ' ἐλεεινόν
Il. 24.309
;moving pity, piteous, 23.110 , etc.;ἐλεινὸς εἰσορᾶν piteousto behold, A. Pr. 248 ;ἐλεινὸν ὁρᾷςthou lookestpiteous, S. Ph. 1130 (lyr.); ἐσθῆτ' ἐλεινήν
Ar. Ach. 413
; ἵν' ἐλεινοὶ τοῖς ἀνθρώποις φαίνοιντ' εἶναι
Id. Ra. 1063
; ἐλεινοὶ οἱ ἀδικοῦντες
Lys. 24.7
; ποιῶν ἑαυτὸν ὡς ἐλεινότατον
D. 21.186
; -ότερος ἀνθρώποις τε καὶ θεοῖς
Pl. Lg. 729e