LSJἀγᾱνόρειοςGlossἀγᾱνόρειος , ἀγᾱνοπία , Dor. for ἀγην-.ἀγᾱνόρειος,ἀγᾱνοπία, Dor. forἀγην-.Related Lemmasἀγᾱνοπία