ἑλκ-υστικός,ή,όν,
A. drawing:extracting, c. gen., σκολόπων
Dsc. 2.84
.
2. attractive, ἑ. τι ἔχειν πρὸς φιλίαν
Ath. 5.185c
;τὰ πιθανὰ καὶ ἑ. Arr. Epict. 3.12.14 .
drawing
ἑλκ-υστικός,ή,όν,
A. drawing:extracting, c. gen., σκολόπων
Dsc. 2.84
.
2. attractive, ἑ. τι ἔχειν πρὸς φιλίαν
Ath. 5.185c
;τὰ πιθανὰ καὶ ἑ. Arr. Epict. 3.12.14 .