ἐλλός(B),ή,όν,
A.
= ἔλλοψ (q.v.); also variously expld. (ἀγαθόν, γλαυκόν, χαροπόν . . ταχύ . . ὑγρόν) by Hsch.
ἐλλός (B), ή , όν , = ἔλλοψ (q.v.); also variously expld. ( ἀγαθόν, γλαυκόν, χαροπόν . . ταχύ . . ὑγρόν ) by Hsch.
ἐλλός(B),ή,όν,
A.
= ἔλλοψ (q.v.); also variously expld. (ἀγαθόν, γλαυκόν, χαροπόν . . ταχύ . . ὑγρόν) by Hsch.