LSJἑλώριονGlossἑλώριον , τό , = ἕλωρ , A.R. 2.264 : pl., ἑλώρια τεῦχε κύνεσσι Il. 1.4 .ἑλώριον,τό,A.= ἕλωρ , A.R. 2.264 : pl., ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιIl. 1.4.ReferencesA.R. 2.264Il. 1.4