LSJἀκράαντοςGlossἀκράαντος [ κρᾱ], ον , ̔κραιαίνὠ = ἄκραντος , Il. 2.138 , Od. 2.202 .ἀκράαντος[κρᾱ],ον, ̔κραιαίνὠA.= ἄκραντος , Il. 2.138 , Od. 2.202 .ReferencesIl. 2.138Od. 2.202