ἐμβροντ-άω,
A. dumbfounder,τίς ἐνεβρόντησέ μοι; Eup. 17
D. ; τὸ κακὸν ἐνεβρόντης έ με
Ach.Tat. 3.15
.
II.
Pass. ,to be struck by lightning, distd. fr.κεραυνῷ πληγῆναι, X. HG 4.7.7 .
2. metaph.,ἐμβεβροντῆσθαι,=ἐμβρόντητον εἶναι, D. 19.231 , Men. Georg.Fr. 5 .