ἐμμᾰπέως,Adv., (μαπέειν)
A. quickly, hastily, ἐ. ἀπόρουσε
Il. 5.836
; ὑπάκουσε
Od. 14.485
, h.Ven. 180 ; ὑπέδεκτο
Hes. Sc. 442
.
quickly, hastily
ἐμμᾰπέως,Adv., (μαπέειν)
A. quickly, hastily, ἐ. ἀπόρουσε
Il. 5.836
; ὑπάκουσε
Od. 14.485
, h.Ven. 180 ; ὑπέδεκτο
Hes. Sc. 442
.