ἐμμάσσομαι, Att.
ἐμέτ-ττομαι,aor. 1 ἐνεμαξάμην(v. infr.),
A. knead bread in, ἐν θυείᾳ στρογγύλῃ 'νεμάττετο
Ar. Nu. 676
(cj. Dobr. forγ' ἀνεμάττετο).
II. press upon, inflict, αὐχένι κέντρον
Nic. Th. 767
; κῆρά τινι
Opp. H. 2.502
; ὀργήν τινι
Call. Dian. 124
; ἰδμοσύνην στέρνοις ἐνεμάξατο
APl. 4.273
( Crin. ):—late in Act. ,smear, ζωγραφίαν μέλανι
PMag.Lond. 121.230
.