ἐμμείγνῡμι,
A. mingle, ἄκρατον πρὸς τὸ κώνειον
Plu. 2.61b
: metaph., τῇ σαρκὶ τὴν ψυχὴν ὁ θεὸς οἷον ἅλας ἐνέμιξεν
Porph. Abst. 3.20
;ἐ. ἑαυτόν, ἑαυτούς τινι,meddlewith . ., Plu. 2.805e , Just. Nov. 124.4 ;εἴς τιναib. 117.15.1 :—more freq. in Pass. ,to be mixedormingled in, ἐν δὲ γαίᾳ ζόα . . μέμεικται
A. Th. 937
, cf. Plu. Per. 4 (dub.); μικροῦ ἐμμειγνυμένον
Arist. GC 315b13
, cf. Mete. 357a16 .
II. of persons,encounter, ἔν τ' Ὠκεανοῦ πελάγεσσι μίγεν πόντῳ τ' ἐρυῠρῷ Λαμνιᾶν τ' ἔθνει γυναικῶν
Pi. P. 4.251
.
2. intr. in Act. ,ἔνθ' οἶμαι Θησέα καὶ τὰς . . ἀδελφὰς . . τάχ' ἐμμείξειν(sc.ἀλλήλοις) S. OC 1057 (lyr.).