ἔμμορος,ον, (μείρομαι)
A. partaking in, endued with, τιμῆς . . ἔμμοροί εἰσι καὶ αἰδοῦς
Od. 8.480
.
II. ἔμμορον: εἱμαρμένον, Hsch.
partaking in, endued with
ἔμμορος,ον, (μείρομαι)
A. partaking in, endued with, τιμῆς . . ἔμμοροί εἰσι καὶ αἰδοῦς
Od. 8.480
.
II. ἔμμορον: εἱμαρμένον, Hsch.