LSJἑμνιωβέλιονGlossἑμνιωβέλιον , v. ἡμιωβέλιον . ἔμολον , aor. 2 of βλώσκω .ἑμνιωβέλιον,A.v. ἡμιωβέλιον .ἔμολον,aor. 2ofβλώσκω.Related Lemmasἔμολον