ἔμπαιος(A),ον,
A. knowing, practised in, c.gen.,οὐδέ τι ἔργων ἔμπαιον οὐδὲ βίης[penult. short] Od. 20.379 ; κακῶν ἔμπαιος ἀλήτης
21.400
; ἔ. δρόμων
Lyc. 1321
.
knowing, practised in
ἔμπαιος(A),ον,
A. knowing, practised in, c.gen.,οὐδέ τι ἔργων ἔμπαιον οὐδὲ βίης[penult. short] Od. 20.379 ; κακῶν ἔμπαιος ἀλήτης
21.400
; ἔ. δρόμων
Lyc. 1321
.