LSJἐμπάμωνGlossἐμπάμων , ον , gen. ονος , ( πέπᾱμαι ) = ἐπίκληρος , Hsch.ἐμπάμων,ον, gen.ονος, (πέπᾱμαι)A.= ἐπίκληρος , Hsch.ReferencesHsch.