LSJἔμπαρος:Glossἔμπαρος: ἔμπληκτος , Hsch. [Prob. ᾱ , cf. ἔμπηρος .]ἔμπαρος: ἔμπληκτος, Hsch. [Prob.ᾱ, cf.ἔμπηρος.]