LSJἐμπάτακτοςGlossἐμπάτακτος [ πᾰ], ον ,= ἐμβρόντητος , Ptol. Tetr. 165 .ἐμπάτακτος[πᾰ],ον ,=ἐμβρόντητος, Ptol. Tetr. 165 .