ἐμπήγνῡμι,
A. fixorplant in, c. dat., μεταφρένῳ ἐν δόρυ πῆξε
Il. 5.40
; ἐνέπαξαν ἕλκος ἑᾷ καρδίᾳ
Pi. P. 2.91
; ἐ. τι εἴς τι
Hp. Art. 72
, Arist. Pr. 889b1 ; ὀδόντα εἴς τινα
AP 5.265
(Paul. Sil.), cf. 11.374 ( Maced. ):— Pass. , withpf.andplpf.
Act. ,to be fixedorstuck in, stick in, λόγχη τις ἐμπέπηγέ μοι δι' ὀστέων
Ar. Ach. 1226
; ἔν τί σοι παγήσεται
Id. V. 437
: abs., Thphr. HP 1.8.3 : metaph., ἐμπέπηγα τῷ διακονεῖν
Diph. 43.25
; ταῖς ἑαυτῶν περιουσίαις ἐμπηγνύμενοι