ἐμπλέκ-ω, Ep.
ἐνιπλέκω,pf.
A.
ἐμπέπλεχα
Hp. Oss. 17
, ἐμπέπλεκα
Call. Iamb. 1.352
,v.l. inHp.l.c.:fut.
Pass.
ἐμπλᾰκήσομαι
LXX Pr. 28.18
:—plaitorweave in, entwine,χεῖρα ἐ.entwineone's handinanother's clothes, so as to hold him, E. Or. 262 ;εἰς ἀρκυστάταν μηχανὰν ἐμπλέκειν παῖδαib. 1421 (lyr.);τῇ καλλίστῃ τέχνῃ τοὔνομα ἐ.connectthe namewith. ., Pl. Phdr. 244c ; ποιηταὶ τοιαῦτα ἐμπλέκοντες καὶ συγκυκῶντες
Id. Lg. 669d
; ἐ. τὴν ἡδονὴν εἰς τὴν εὐδαιμονίαν
Arist. EN 1153b15
;ποίῃ ἐνιπλέξω σε(sc.ἀοιδῇ); Call. Del. 29 ; ἐ. τινὰ εἰς φιλίαν τινός