ἔμπλεος,α,ον, Att.
ἐμπλεκ-πλέως,ων, Ep.
ἔμπλειος,ἐνίπλειος,η,ον, Od. (v. infr.); laterἐνίπλεος
A.R. 3.119 , Orph. L. 192 : heterocl. acc.ἔμπλεα(fem.) Nic. Al. 164 :—
A. quite full ofa thing, γαστέρα . . ἐμπλείην κνίσης τε καὶ αἵματος
Od. 18.118
; Φαρέτρην ἰῶν ἐμπλείην
22.3
; σκύφος. . οἴνου ἐνίπλειον
14.113
; δῶμα . . ἐνίπλειον βιότοιο
19.580
; κύων . . ἐνίπλειος κυνοραιστέων
17.300
; λέβητες κρεῶν . . ἔμπλεοι
Hdt. 1.59
, cf. 2.62 , Hp. Epid. 6.4.8 ; γῆς ἢ κόπρου ἔμπλεων