ἐμπλημμῡρέω,
A. welter in, πηγαῖς αἵματος
Philostr. Im. 1.29
;ἐμπλημμυροῦντος αὐτοῖς(sc.τοῖς νηπίοις)τοῦ γάλακτοςib. 2.3 .
welter in
ἐμπλημμῡρέω,
A. welter in, πηγαῖς αἵματος
Philostr. Im. 1.29
;ἐμπλημμυροῦντος αὐτοῖς(sc.τοῖς νηπίοις)τοῦ γάλακτοςib. 2.3 .