ἐμποικίλλω,
A. embroider upon, νῖκαι ἐμπεποικιλμέναι
Plu. Tim. 8
;γίγαντας ἐμπεποίκιλται[πέπλος] Sch. E. Hec. 468 , cf. 471 .
embroider upon
ἐμποικίλλω,
A. embroider upon, νῖκαι ἐμπεποικιλμέναι
Plu. Tim. 8
;γίγαντας ἐμπεποίκιλται[πέπλος] Sch. E. Hec. 468 , cf. 471 .