ἀκρηθής: ἄψεκτπς, Hsch.
ἀκρήμορον: ἀστεργές, Id.ἀκρήπεδος: ἡ ἀγαθή(sc.γῆ), Id.ἀκρής, (κράζω)
A. dumb with astonishment, Id.ἀκρηστής: δοῦλος, Id.; cf.ἄκριστιν.ἀκρῆστις: ῥάχις, καὶ ἄκρα, Id.ἀκρηστόλουχος: δοῦλος, Id.
dumb with astonishment
ἀκρηθής: ἄψεκτπς, Hsch.
ἀκρήμορον: ἀστεργές, Id.ἀκρήπεδος: ἡ ἀγαθή(sc.γῆ), Id.ἀκρής, (κράζω)
A. dumb with astonishment, Id.ἀκρηστής: δοῦλος, Id.; cf.ἄκριστιν.ἀκρῆστις: ῥάχις, καὶ ἄκρα, Id.ἀκρηστόλουχος: δοῦλος, Id.