ἔμφορος,ον,
A. productive, profitable, γῆ
PLond. 3.882.13
(ii B. C.); περιστερεών
PEdgar 49.3
(iii B. C.).
II. ἔμφορα προσβεβλημένα: ἀγέλη προβάτων(adἐμφόρβιονpertinens), Hsch.
productive, profitable
ἔμφορος,ον,
A. productive, profitable, γῆ
PLond. 3.882.13
(ii B. C.); περιστερεών
PEdgar 49.3
(iii B. C.).
II. ἔμφορα προσβεβλημένα: ἀγέλη προβάτων(adἐμφόρβιονpertinens), Hsch.