ἐμφῠσιόω, (φύσις)
A. inspire, infuse life into, τὴν ἀνάγνωσιν
LXX 1 Es. 9.48
:— Pass. ,to be inspired,τοῖς ῥήμασινib. 55 .
II. implant, instil into, τὸ αἰδεῖσθαι ἐμφυσιῶσαί τινι
X. Lac. 3.4
; ἐνεφυσίωσαν τοῖς γινομένοις ἐξ ἑαυτῶν τὴν βούλησιν τοῦ θεοῦ
Michel 855.9
( Magn. Mae.) :— Pass. , μάθησις δεξιῶς ἐμφυσιωθεῖσα
Hp. Lex 2
; ἵνα ἐμφυσιῶται ἑκάστῳ τὸ κάλλιστον
Charond.
ap. Stob. 4.2.24 ; ἐμπεφυσιωμένη κακία
Diog. Ep. 28.1
.