ἔμφῠτος,ον,
A. inborn, natural, ἔ. μαντ ικὴν εῖ̓χε
Hdt. 9.94
; πατρὸς αἶμα
S. OC 1671
(lyr.); τοῖς πλουτοῦσι τοῦτο δ' ἔ.
E. Fr. 776.1
, cf. Men. 15.1
D. ; ἔρως ἔ. τοῖς ἀνθρώποις
Pl. Smp. 191d
;ἡ μὲν[ἰδέα] ἔ. οῦ̓σα, ἐπιθυμία ἡδονῶν
Id. Phdr. 237d
, cf. D. 60.1 ;αἰσχροκέρδεια, πονηρία, Din. 1.108 ; κακία
LXX Wi. 12.10
;ἔ. ἡ ἀρετή, opp.διδακτός, Pl. Erx. 398c , cf. Lys. 33.7 ; τὸ ἔ. θερμόν
Hp. Aph. 1.14
; ἔ. θερμότης