ἐνᾰγων-ίζομαι, Ion.
fut.
A.
-ιεῦμαι
Hdt. 3.83
:—competein a contestwith, τινί
Id. 2.160
, 3.83 .
2. take part in, ἡτύχη ἐ. τοῖς τῶν ἀνθρώπων βίοις
Plb. 1.4.5
, cf. 5.85.7 .
II. ἐναγωνίσασθαι εὐμενῆ τοῖς Ἕλλησινfavourable for themto fight in, Th. 2.74 ; πεδιὰς ἱππεῦσιν ἐ. ἐπιτή δειος
Jul. Or. 2.63d
.