ἐναίσ-ιμος,ον, (αἶσα) Ep.
Adj.(rare in Trag.)
A. ominous, fateful,οὐδ' ἦλθον ἐναίσιμον(asAdv.) Il. 6.519 ; ὄρνιθας γνῶναι καὶ ἐναίσιμα μυθήσασθαι
Od. 2.159
;οὐδέ τε πάντες ἐναίσιμοι[ὄρνιθες] ib. 182 ; esp. in good sense,seasonable, of omens, ἐ. σήματα φαίνων
Il. 2.353
: generally,favourable, boding good, λιγνὺν ἐναίσιμον ἀί̈σσουσαν
A.R. 1.438
.
II. of persons, their thoughts, etc.,righteous, ἀνὴρ ὃς ἐ. εἴη
Od. 10.383
; οἵ τινές εἰσιν ἐ. οἵ τ' ἀθέμιστοι
17.363
;ᾧ οὔτ' ἂρ φρένες εἰσὶν ἐ.(of Achilles) Il. 24.40 , cf. Od. 18.220 ; ἐμοὶ νόος ἐστὶν ἐ.
5.190