ἐνακμάζω,
A.
= εἶναι ἐν ἀκμῇ, τὰ ἐνακμάζοντα ἄνθη
Ael. VH 3.1 ; of fire,rage, Id. NA 2.8 ; of cold, ib. 16.26 : metaph.,τῆς ἐπιθυμίας -ούσης αὐτῷChor.in Hermes 17.216 : abs., Agath. 5.18 .
II. flourish in, πάθος ἐ. τῇ Ἑλλάδι
Max.Tyr. 25.1
; βασιλείοις ὅροις
Him. Or. 7.16
; ταῖς Ἑλληνικαῖς
Procop.Gaz. Pan. 501.5
.