ἐνάλλομαι,fut.
A.
-ᾰλοῦμαι
Plu. 2
.<*> 087b :aor. 1
-ηλάμην
S. OT 263
, etc.:aor. 2 -ηλόμην(v. infr.):—leap inoron, ὡς ἄγαν βαρὺς ποδοῖν ἐνήλου . . γένει
A. Pers. 516
, cf. X. HG 2.4.16 , D. 54.8 ; τινὶ τῷ σκέλει
Philem. 1.5
D. ; εἰς τὸ κείνου κρᾶτ' ἐνήλαθ' ἡ τύχη
S. OT 263
;εἰς τὸν ποταμόνWilcken Chr. 11
A 42 ; εἰς τὸν ἀσκόν
Corn. ND 30
; εἰς τὴν γαστέρα