ἐνᾰ́μιλλ-ος [ᾰ],ον, (ἅμιλλα)
A. engaged in equal contest with, a match for, τὴν φύσιν ἐ. τοῖς ἡλικιώταις
Pl. Prt. 316b
, cf. Isoc. 5.68 ; ἐ. τινὶ πρός τι
Pl. R. 433d
, Criti. 110e , cf. Arist. Pol. 1283a5 ; τοῖς πολίταις ἐ. παρασκευάζων ἑαυτόν
IG 22.835.12
, cf. Plu. Comp.Ag.Gracch. 3 ;τὰ λοίπ' ἐ. τούτοις on a par with, D. 25.54 ; τοῖς κρατίστοις ἐ. τὸν κυνισμὸν εἶναι
Jul. Or. 6.182c
.Adv. -λως, τινί equally with, Isoc. 12.7 .