ἐναπο-γράφομαι [γρᾰ],
A. inscribe for oneself, [τὸ ἡγεμονικὸν] εἰς τοῦτο ἑκάστην τῶν ἐννοιῶν ἐναπογράφεται
Placit. 4.11.1
.
inscribe for oneself
ἐναπο-γράφομαι [γρᾰ],
A. inscribe for oneself, [τὸ ἡγεμονικὸν] εἰς τοῦτο ἑκάστην τῶν ἐννοιῶν ἐναπογράφεται
Placit. 4.11.1
.