ἐνᾰρᾰρίσκω,aor. 1 ἐνῆρσα,
A. fitorfasten in, ἐν δὲ σταθμοὺς ἄρσε
Od. 21.45
.
II. pf. ἐνάρηρα, intr.,to be fitted in, εὖ ἐναρηρός
5.236
; οὐρανῷ εὖ ἐνάρηρεν ἀλάλματα
Arat. 453
.
fit
ἐνᾰρᾰρίσκω,aor. 1 ἐνῆρσα,
A. fitorfasten in, ἐν δὲ σταθμοὺς ἄρσε
Od. 21.45
.
II. pf. ἐνάρηρα, intr.,to be fitted in, εὖ ἐναρηρός
5.236
; οὐρανῷ εὖ ἐνάρηρεν ἀλάλματα
Arat. 453
.