LSJἐναργώδηςGlossἐναργώδης , ες , = ἐναργής 1 , ὄνειροι Aret. SD 1.5 .ἐναργώδης,ες,A.= ἐναργής1 , ὄνειροιAret. SD 1.5.References1Aret. SD 1.5