ἔνδηλος,ον,
A. visible, manifest, clear, ἔνδηλα καὶ σαφῆ λέγειν
S. Ant. 405
; ἔ. τι ποιεῖν
Th. 4.132
.
2. manifest, discovered, known, mostly of persons, Ar. Eq. 1277 , Th. 6.36 ; τινί
Id. 4.41
: with apart., ἔνδηλοι ἔστε . . βαρυνόμενοι
Id. 2.64
, cf. Pl. Phd. 88e , Tht. 174d , D. 21.198 ; of things, τί τὸ ὑποκείμενον, οὐκ ἔστιν ἔνδηλον
Arist. de An. 422b34
.
II. Adv. -λως: Sup.
-ότατα, προλέγειν
Th. 1.139
.