ἐνδι-ήκω,
A. pervade, as the essence pervades the individuals of a class, αἱ ἐνδιήκουσαι ἐν τοῖς κατὰ μέρος κοινότητες
S.E. M. 8.41
.
pervade
ἐνδι-ήκω,
A. pervade, as the essence pervades the individuals of a class, αἱ ἐνδιήκουσαι ἐν τοῖς κατὰ μέρος κοινότητες
S.E. M. 8.41
.