ἐνεθίζω,
A. accustom toa thing, τινὰ φιλοσοφίᾳ
Socr. Ep. 27.2
:— Pass. , ἐνειθίσθαι ταῖς παρατηρήσεσι
Ptol. Tetr. 5
, cf. D.L. 3.23 ; ἀέρι
Hdn. 6.6.2
.
accustom to
ἐνεθίζω,
A. accustom toa thing, τινὰ φιλοσοφίᾳ
Socr. Ep. 27.2
:— Pass. , ἐνειθίσθαι ταῖς παρατηρήσεσι
Ptol. Tetr. 5
, cf. D.L. 3.23 ; ἀέρι
Hdn. 6.6.2
.