ἐνερείδω,
A. thrust in,
μοχλὸν . . ὀφθαλμῷ ἐνέρεισαν
Od. 9.383
; δακτύλους
Hp. Art. 34
; βέλος ἐνερεισθὲν τοῖς ὀστέοις
Plu. 2.344c
;apply,
ἐν δὲ πλατὺν ὦμον ἔρεισεν
A.R. 1.1198
: metaph., μὴ ἐνέρειδε μηθένα
Sammelb. 5905
;fix upon,
τὴν ὄψιν τινί
Plu. 2.586d
;τοὺς ἄκμονας τῷ
τραχήλῳ