LSJἔνηGlossἔνη , v. ἔνος (B). ἕνη καὶ νέα, v. ἕνος 2 .ἔνη,A.v. ἔνος (B).ἕνη καὶ νέα,v. ἕνος2 .References2Related Lemmasἕνη καὶ νέα,