LSJἐνθάδιοςGlossἐνθάδιος [ᾰ] , α , ον , = ἐντόπιος , Hsch. : σεῦτλον ἐ. Gp. 12.1.3 .ἐνθάδιος [ᾰ],α,ον,A.= ἐντόπιος , Hsch. : σεῦτλον ἐ.Gp. 12.1.3.ReferencesHsch.Gp. 12.1.3